Ω1-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΑΚΧΙΚΟΝ) - 4,5,6

Τα παρακάτω ποιήματα δημοσιεύονται από τον Δεκέμβριο του 2008 στο ηλεκρονικό περιοδικό Βακχικόν. http://www.vakxikon.gr/ , στην στήλη: "σφηνάκια", με τον γενικό τίτλο:

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Τα ομαδοποίησα προκειμένου να διευκολύνω την αναζήτηση από τον αναγνώστη. Εδώ τα τεύχη 4, 5 και 6.

ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ ΜΟΝΚ

Ο ήρωας ενός έργου, που γελάμε
έχει νευρώσεις πάνω από εκατό.
Κάνουμε πλάκα, το παρατραβάμε,
μα ξέρουμε καλά το μυστικό:

Ντετέκτιβ Μονκ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει,
μα τελικά είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.



Αν του κουνήσεις λίγο το τραπέζι,
αν πας την πολυθρόνα παρακεί,
ο Μονκ ισοπεδώνεται, τα παίζει,
παθαίνει άλλη μια κρίση νευρική.


Ντετέκτιβ Μονκ –το ξέρεις- δεν υπάρχει:
στο βάθος είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.


Αν κάτι που ‘ναι βρώμικο ακουμπήσει
κι αν σκουριασμένο δει ένα καρφί,
ο δυστυχής! πάει να λιποθυμήσει,
απ’ τα μικρόβια για να προστατευτεί.


Ντετέκτιβ Μονκ –στο είπα- δεν υπάρχει.
Εν τέλει είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.


Άμα του πεις να πιείτε καφεδάκι
- χειρότερα: τον πας για φαγητό –
την κρίση να προσμένεις σε λιγάκι:
θα τρέμει μήπως πιει κάτι κακό.


Ντετέκτιβ Μονκ ωστόσο δεν υπάρχει:
το ξέρεις, είσ΄ εσύ, κι είμαι κι εγώ.



Άμα τον πας σε κάποια παραλία
ή σ’ ένα ραντεβού στην εξοχή,
θα δεις, τον κυριεύει η αγωνία,
μια μέλισσα, μια κάμπια μόλις δει.


Ντετέκτιβ Μονκ σαφώς και δεν υπάρχει:
στ’ αλήθεια είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.


Αν θέλεις να τον πας σ’ ένα παζάρι,
πολύχρωμη ή πολύβουη αγορά,
τα νεύρα του θαρρείς παίζεις στο ζάρι,
όπως κι όταν βρεθεί σε μιαν ουρά.


Ντετέκτιβ Μονκ (ποιός είπε; ) δεν υπάρχει:
μας το ‘παν, είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.



Άμα σου πουν: ο Μονκ, της φαντασίας
ήρωας είναι, παίζει σε σειρά,
θα ‘ρθει η δική σου η στιγμή αγωνίας
για όσα κι εσύ τραβάς κάθε φορά.


Ντετέκτιβ Μονκ στις πόλεις μας υπάρχει
- κι ως νεύρωση τσακίζει τον αστό.


Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.4 Δεκ. 2008- Φεβρ. 2009

 

 

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

 

 

Βράζω και πάλι μέσα στο μετρό,
από τη ζέστη κι από το θυμό μου.
Το πλήθος μαζεμένο, μ’ ενοχλεί.
Το δρομολόγιο μου φταίει, τ’ αραιό
και τσαντισμέν’ αγριοκοιτώ το διπλανό μου
και μια –που μόλις μ’ έσπρωξε- μικρή.

Φουλ τα βαγόνια, ψάχνω εναγωνίως
που να χωθώ –θέλει στρατηγική.
Αφήνω τρία τρένα να περνούν.
Πώς να εισχωρήσω; Κάπως διαγωνίως.
Δεν επιτρέπουνε να μπεις οι μπροστινοί
-ρίχνω αγκωνιές μπας και ξεκουμπιστούν.

Στην πόρτα φτάνω κι είμαι όλο χαρά-
ωστόσο στην επόμενη αποβάθρα
ο κόσμος έχει άγριες διαθέσεις.
Και τώρα, θα παλέψουμε γερά:
κάποιοι θα επιβιώσουν λάθρα
κι ελάχιστοι θα εξασφαλίσουν θέσεις.

Πόλεμος κάθε μέρα στο μετρό-
χειρότερα σε τρόλεϊ, λεωφορεία.
Όλη η οργή μας να ξεσπάει στο πλήθος.
Ο θάνατός σου/η ζωή μου: παίζεται εδώ
της μεγαλούπολης η γνώριμη ταινία
“ποιότητα ζωής – ο αστικός μας μύθος”.

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.4 Δεκ. 2008- Φεβρ. 2009

 

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ Τ’ ΑΛΛΟΤΙΝΑ, ΟΕΟ;


Ο φετινός χειμώνας προσπερνάει.
Φθινόπωρο για λίγο μας θυμίζει,
μια ιδέα κρυάκι κι άνοιξη λαμπρή.
Ελάχιστα ο αέρας να φυσάει,
δεν φαίνεται κανείς να τουρτουρίζει,
αλλ’ έχουνε αλλάξει οι βιορυθμοί.

Όσους κι αν ρώτησα, είπανε πως χάλια
νιώθουνε κι έχουν κάποιο εκνευρισμό,
μια προσμονή και μιαν ανησυχία.
Το νευρικό μου σύστημα σμπαράλια
-επακριβώς το βίωσα κι εγώ.
Που ‘ναι τα χιόνια; Που είν’ τα κρύα;

Α, δεν μπορώ, μια ολόκληρη σεζόν
να κάνει ο καιρός τα παλαβά του.
Έχουμε μόδες, έχουμε γιορτές.
Να βγω Γενάρη με κομπινεζόν,
το μαγαζί να κρύβει τα παλτά του
και να μπερδεύονται οι όσες εποχές;

Δεν το μπορώ! Το θερμοκήπιο
ή το φαινόμενο αυτό το πως-το-λένε
με τσάντισε, με αποσυντονίζει.
Φέρτε μου το χειμώνα μου τον ήπιο,
γιατί έκαψα τις φλάντζες μου, με καίνε.
Του Κιότο το πρωτόκολλο, που ορίζει

τα βασικά τα μέτρα για το περιβάλλον,
κατόπιν εορτής το γράψαν μάλλον.

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.4 Δεκ. 2008- Φεβρ. 2009

ΡΕΜΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Εδώ είναι το Χαλάνδρι, αλλιώς, η αρχαία Φλύα:
πάλλεται ακόμη, ζωντανή, κάτω στο ρέμα.
Το μεσημέρι τούτο, ενός τυχαίου Σαββάτου,
μες την πολύβουη αγορά, την ιστορία
της πόλης νιώθω – ένας κρυφός παλμός, σαν αίμα,
σαν το νερό, που ψιθυρίζει μυστικά του.

Γύρω μου ο κόσμος, έν’ ατέλειωτο μελίσσι,
που μπαινοβγαίνει, μαγαζιά και πεζοδρόμους
και για φαί, σε κάποια ωραία ταβερνάκια.
Αλλά το ρέμα, με καλεί σ’ ένα μεθύσι,
πέρα και πάνω απ’ της σύμβασης τους νόμους,
στα τρίστρατα, όπου πετούνε νεραϊδάκια.

Τη νύχτα πάντα, με τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
την ησυχία τη σπάζουν μόνο οι στεναγμοί
από συμπλέγματα γυμνά – προβάλλουν μέλη
ανθρώπινα. Αλλά το νου, τον έχει πάρει
ο Βάκχος, μ’ άφθονο στις φλέβες τους κρασί.
Περιδιαβαίνει ανάμεσά τους η Σεμέλη

κι ο Πόθος γύρω, που εξαπλώνεται απ’ όλους,
στη μαγική τη νύχτα ετούτη, της Βακχείας,
μ’ αισθήματα έκστασης και Διονυσιασμού.
Φτάνουνε στ’ άστρα οι στεναγμοί, σ’ ουράνιους θόλους,
ανάκατοι, κι όλοι ταγμένοι της λαγνείας,
δοσμένοι στους μικρούς θανάτους τ’ οργασμού.

Η τελετή εκείνη, η αρχαία, των οργίων,
μένει κρυφή, μόνο στη μνήμη του νερού.
Τώρα είναι το Χαλάνδρι απλό προάστιο,
σαν όλα τ’ άλλα: των γραφείων, των υπουργείων,
που όλο θαμπώνουν μες τη σκόνη του καιρού
- και το χωρίζει με τη Φλύα χάσμα τεράστιο.

Κι όμως, τις νύχτες πλάι στο ρέμα τραγουδάνε
πάντα οι νεράιδες κι είν’ ακόμα η Σεμέλη
στο φεγγαρόφωτο, που μας κερνάει κρασί.
Κάποιοι από μας θυμούνται, νιώθουν, δεν ξεχνάνε,
την έξαψη, τη φλόγα πάντα μες τα σκέλη.
Προστάζει: “απόψε, έλα στο ξέφωτο κι εσύ”.

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.5 Μαρ. - Μάιος. 2009

 

ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ vs ΛΑΓΝΕΙΑ

Ποιητές και λογοτέχνες από αιώνες 
αρέσκονται να παίζουν με τις λέξεις.  
Γυναίκα αν είσαι, πρόσεξε μην μπλέξεις:  
θεσπίστηκαν τ’ αρσενικού οι κανόνες. 

Είν’ εύκολη η σειρά όπως πηγαίνει: 
σου γράφουν κάτι και σ’ αποπλανούνε,  
σου παίρνουν το μυαλό και στο γαμούνε.
Στήνουν καρτέρι, να ΄ρθεις, αναμμένη

για να τους πεις: “Ποιητή, το κείμενό σας…
Το διάβαζα και μ’ έχει συνεπάρει…
- προσέξατε τη νύχτα; Το φεγγάρι; 
Θαρρώ πως μ’ έλκει κιόλας το μυαλό σας…” 

Χαμογελούν εκείνοι ( εάν γουστάρουν – 
κώλο, βυζιά, κοιτάνε, ηλικία )     
“…Ω! τι ευγενική κι ωραία κυρία…”    
- ενώ το γύρω χώρο τον σκανάρουν…  

Αχ, είν’ απλό το κόλπο: στο κρεβάτι,    
μπορεί να πέσουν πριν τελειώσει η νύχτα  
( σε παίρνει, εδώ, μεγάλε, τώρα ρίχτα,  
χρειάζεται η κυρία έν’ αναβάτη…)  

Κι ο ποιητής, περνάει στη λαγνεία –  
χορτάτος φεύγει πριν να ξημερώσει    
( αφού το θηλυκό έχει πια ημερώσει ) 
κι αφήνεται, στης μέρας την ανία…

“ Θα σου τηλεφωνήσω, αγαπούλα ”  – 
ψελλίζει (με το ζόρι), “ απόψε ίσως.…”   
Και φεύγει, μ’ αηδία και με μίσος…
( τι μπάζο…φάε τώρα μια σκατούλα…)  

Απλό το κόλπο, για όποιον έχει μάθει  
λιγάκι τη ζωή και τους ανθρώπους.       
Ίδιο, σ’ όλα τα μήκη και τους τόπους –  
κοινές οι προσδοκίες και τα λάθη.                

Μ’ αν είναι ο ποιητής όμως γυναίκα; 
Α! θα εξυμνεί τη δίνη των ερώτων…
Παθητικά…των στεναγμών των πρώτων…
Γονατιστή, στραμμένη προς τη Μέκκα.  

“ Το σώμα μου” θα λέει, “σου παραδίδω , 
Κύριέ μου, Ποιητή μου, στον Αιώνα…” 
Τι Πάνσεπτη, τι Άμωμος εικόνα…
( Το φύλο μου – τι λέτε; Το προδίδω; ) 

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.6,  Ιούν. - Αυγ. 2009

Ποιήματα